Καρκινικός πόνος

Ανακούφιση από καρκινικό πόνο

Καρκινικός πόνος

Ο πόνος είναι συνήθως ο πρωταρχικός λόγος να προνοήσει ή να μεριμνήσει κανείς για την υγεία του. Είναι η αφορμή ή η εφόρμηση αν θέλετε για περαιτέρω αναζήτηση της αιτίας που τον προκαλεί.  Συναφώς, και για κάθε ασθενή που διαγιγνώσκεται  με καρκίνο, ο πόνος αποτελεί το δυνητικό εκείνο σύμπτωμα που γίνεται η αιτία να γνωστοποιηθεί η ύπαρξη της νόσου ή η επιδείνωση της.

Ειδικότερα, ο καρκινικός πόνος μπορεί να είναι αποτέλεσμα της πρωτοπαθούς εστίας του καρκίνου ή μεταστατικών αλλοιώσεων ή διαγνωστικών επεμβάσεων που πραγματοποιούνται. Επί τούτου, οι καρκινικές θεραπείες που μπορεί να προκαλέσουν πόνο συμπεριλαμβάνουν τις επεμβάσεις, την ακτινοθεραπεία, την χημειοθεραπεία, τις ανοσοθεραπείες και τις ορμονικές θεραπείες. Μιλώντας για καρκινικό πόνο, ο καρκινικός πόνος είναι τυπικός αλγαισθητικός, σπλαχνικός, νευροπαθητικός ή συνδυασμός όλων αυτών.

Περαιτέρω για το ζήτημα του καρκινικού πόνου, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι το 1986 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καθιέρωσε την τριών επιπέδων κλίμακα σαν διεθνή οδηγία για την διαχείριση του καρκινικού πόνου. Αυτή η κλίμακα δείχνει ότι προσφέρει ικανοποιητική αναλγησία στο 90% των καρκινοπαθών και περισσότερο από 75% σε ασθενείς τελικού σταδίου. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η κλίμακα αυτή φαίνεται πως παρουσιάζει κάποια προβλήματα, όπως ο οστικός πόνος από μεταστάσεις.

Υπολογίζεται ότι μόνο περίπου το 10-15% όσων πονούν αντιμετωπίζονται επαρκώς, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό έχει φτωχή αντιμετώπιση και ειδικά στο τελευταίο στάδιο της ζωής του.

Μάλιστα, η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρει ότι οι καρκινοπαθείς έχουν καλύτερη αντιμετώπιση του πόνου τους μετά από ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές. Το πρόβλημα, ωστόσο, που υπάρχει με τις τεχνικές αυτές είναι πως συχνά οι ασθενείς είτε δεν έχουν πρόσβαση στα κέντρα που πραγματοποιούνται, είτε παραπέμπονται στα κέντρα αυτά πολύ καθυστερημένα και έτσι χάνουν τα πλεονεκτήματα μιας καλύτερης ποιότητας ζωής.

Στόχοι και αρχές αντιμετώπισης του καρκινικού πόνου:

  • αναγνώριση και άμεση αξιολόγηση του πόνου
  • ανίχνευση των ψυχολογικών και πνευματικών επιδράσεων στην αντίληψη του πόνου
  • εξατομίκευση της αναλγητικής αγωγής ανάλογα με τις ανάγκες και την ανοχή του ασθενή
  • ανακούφιση του πόνου καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας
  • μεγιστοποίηση της ανεξαρτησίας και της ποιότητας ζωής του ασθενούς
  • παροχή υποστήριξης και ενθάρρυνσης των μελών της οικογένειας
  • τακτική επαναξιολόγηση των αποτελεσμάτων

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Ο καρκινικός πόνος αντιμετωπίζεται με τη λήψη κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής, με ελάχιστες επεμβατικές τεχνικές ή με συνδυασμό και των δύο.

Φάρμακα

  • Παρακεταμόλη και ΜΣΑΦ
  • Ήπια οπιοειδή (τραμαδόλη, κωδεΐνη)
  • Ισχυρά οπιοειδή (μορφίνη, φεντανύλη, μεθαδόνη )
  • Αντιεπιληπτικά / Αντικαταθλιπτικά
  • Κορτικοστεροειδή

Ελάχιστα επεμβατικές Τεχνικές

  • Συνεχής αποκλεισμός νεύρων με τοπικό αναισθητικό
  • Νευρόλυση με αλκοόλη ή φαινόλη (εγκαταλείπεται η τεχνική αυτή)
  • Νευρόλυση με ραδιοσυχνότητα (RF) νεύρων, συμπαθητικών γαγγλίων και πλεγμάτων
  • Συνεχής έγχυση φαρμάκων επισκληρίδιος με αντλία (εμφυτεύσιμη ή μη)
  • Συνεχής έγχυση φαρμάκων υπαραχνοειδός με αντλία (εμφυτεύσιμη)
  • Οστικός πόνος

Θεωρείται ότι η πιο συχνή αιτία του καρκινικού πόνου είναι οι οστικές μεταστάσεις. Παρόλο που μπορεί να προσβληθεί οποιοδήποτε μέρος του σκελετού, τα πλέον ευπαθή σημεία στη μεταστατική νόσο είναι η σπονδυλική στήλη και τα μακρά οστά των άκρων. Στο σημείο της μετάστασης δημιουργούνται ασταθή μικροκατάγματα, τα οποία είναι ιδιαιτέρως επώδυνα. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι περίπου το 50% των μεταστάσεων στα οστά είναι αποτέλεσμα αιματογενούς διασποράς από τις πρωτοπαθείς εστίες καρκίνου στο μαστό, τον πνεύμονα και τον προστάτη. Οι μεταστάσεις των οστών παράγουν τις προσταγλανδίνες, αυτές με τη σειρά τους προκαλούν οστεόλυση και τέλος κατεβάζουν την ουδό του περιφερικού πόνου (Corner, 1995).

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

  • Συνδυασμός ΜΣΑΦ, παρακεταμόλης και Οπιοειδών.
  • Ακτινοθεραπεία ως μονοθεραπεία για τον εντοπισμένο μεταστατικό πόνο (το αναλγητικό αποτέλεσμα είναι εμφανές μετά από 2-3 μέρες και μεγιστοποιείται 2-3 εβδομάδες μετά το πέρας της θεραπείας).
  • Διφοσφωνικά, τα οποία, ως ισχυροί αναστολείς της οστεοκλαστικής δραστηριότητας, αποτελούν τη θεραπεία εκλογής για την αντιμετώπιση της κακοήθους υπερασβεστιαιμίας.
  • Σπονδυλοπλαστική και Κυφοπλαστική. Στις μεθόδους αυτές γίνεται ενδοστική έγχυση οστικού τσιμέντου (πολυμεθυλμεθακρυλικού πολυμερούς), με σκοπό τη σταθεροποίηση των σπονδυλικών σωμάτων. Αυτές οι επεμβάσεις, λειτουργούν σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Αφενός, σταθεροποιούν τα μικροκατάγματα και αφετέρου, λόγω της εξώθερμης αντίδρασης κατά τη διάρκεια του πολυμερισμού του ενδοστικά εγχυόμενου υλικού, είναι δυνατόν να καταστρέφουν τμήμα της βλάβης.